Η ανέγερση του Παρθενώνα, του Ναού που είναι αφιερωμένος στη Θεά Αθηνά, άρχισε το έτος 447 π.Χ., όταν η Εκκλησία του Δήμου των Αθηνών ενέκρινε δημοσίως την ιδέα του Περικλή και ψήφισε τον προϋπολογισμό. Τα έργα οικοδόμησης του Παρθενώνα, τα οποία επέβλεπε ο ανεπανάληπτος Φειδίας, ολοκληρώθηκαν το 432 π.Χ. , χάρη στο μεγάλο αριθμό Αθηναίων που συμμετείχαν στην οικοδόμηση. Αργότερα, επιπρόσθετη σημασία στο μεγαλειώδες κτίσμα έδωσε ο Μέγας Αλέξανδρος (356-323), ο οποίος εξύψωσε το μνημείο στο ανώτατο επίπεδο και του προσέδωσε, όχι μόνο αθηναϊκό, αλλά και πανελλήνιο χαρακτήρα.
Μετά την οικοδόμηση, ο Παρθενώνας άντεξε και επιβίωσε μετά από πολλές θύελλες και καταστροφές. Σήμερα είναι σχεδόν απίστευτο πώς παρέμεινε αλώβητος και σταθερός. Το πρώτο σοβαρό πλήγμα οφείλεται σε εμπρησμό κατά το δεύτερο αιώνα π.Χ. ο οποίος προκάλεσε σοβαρές ζημίες στο εσωτερικό του Ναού. Το δεύτερο σύννεφο που επισκίασε προσωρινά την αίγλη και την ακτινοβολία του Παρθενώνα ήρθε από το Ρωμαίο αυτοκράτορα Ιουλιανό Αποστάτη (361-363), τον μόνο ειδωλολάτρη αυτοκράτορα από την εποχή του χριστιανισμού, ο οποίος ανέλαβε την εκτέλεση μεγάλων έργων στον Παρθενώνα για να τον μετατρέψει σε ιερό του πολυθεϊσμού. Όμως, ο χριστιανισμός άλλαξε τον προορισμό του Παρθενώνα και από τότε το μνημείο αυτό επί χίλια ολόκληρα χρόνια υπήρξε μεγάλη χριστιανική εκκλησία. Στη διάρκεια της τουρκοκρατίας, όταν η Ακρόπολη μετατράπηκε σε οθωμανικό στρατιωτικό οχυρό, ο Παρθενώνας παρέμεινε οίκος λατρείας, όμως αυτή τη φορά μετατράπηκε σε μουσουλμανικό τέμενος. Και ως τέτοιος, ο Παρθενώνας κοσμούσε την Ακρόπολη μέχρι τα τέλη του 17ου αιώνα όταν άρχισε μια τραγική περίοδος στην ιστορία του.
Στα τέλη του 17ου αιώνα η Αγγλία έγινε μεγάλη ναυτική δύναμη, γεγονός που της προσκόμισε μεγάλες αποικιακές κτήσεις και κυριαρχία στην θάλασσα. Το γεγονός αυτό οδήγησε στην αποκατάσταση διπλωματικών σχέσεων με την Τουρκία και στην ίδρυση βρετανικής πρεσβείας στην Κωνσταντινούπολη. Το έτος 1799 Βρετανός πρεσβευτής στην Τουρκία διορίσθηκε ο Thomas Bruce (Τόμας Μπρους) είτε λόρδος Elgin (Έλγιν) και η άφιξή του στην Κωνσταντινούπολη σήμανε και την απαρχή του σοβαρότερου πλήγματος που υπέστη ο Παρθενώνας στην ιστορία του. Ο πρεσβευτής αυτός εκμεταλλεύθηκε την υψηλή διπλωματική του θέση και έλαβε έγκριση , δηλ. φιρμάνι, από την Τουρκία, η οποία την εποχή εκείνη κρατούσε υπό την κυριαρχία της και την Ελλάδα, να αρχίσει την επιχείρηση διαρπαγής των γλυπτών του Παρθενώνα για να διακοσμήσει με τα στοιχεία αυτά την έπαυλη που έκτιζε στη Σκοτία. Έτσι, άρχισαν οι εργασίες λεηλασίας των γλυπτών από το αρχαίο αυτό μνημείο, μπροστά στα μάτια πολλών αυτόπτων μαρτύρων και ταξιδιωτών, οι οποίοι παρακολουθούσαν έκπληκτοι τα συμβάντα και κατέγραφαν μαρτυρίες και σημειώσεις για το τραγικό γεγονός. Ο Παρθενώνας υπέστη ζημίες, οι οποίες δύσκολα μπορούν να επανορθωθούν, κυρίως λόγω του άγριου τρόπου με τον οποίο αποσπάσθηκαν τα μάρμαρα και τα γλυπτά, καθώς επίσης και λόγω της μη κατάλληλης μεταφοράς, πρώτα μέχρι το λιμάνι του Πειραιά, απ’ όπου τα γλυπτά με πλοία μεταφέρθηκαν μέχρι την Αγγλία. Αργότερα, οικονομικές δυσχέρειες εξανάγκασαν τον λόρδο Έλγιν να πουλήσει τον αρχαίο ελληνικό θησαυρό στη Βρετανική κυβέρνηση, η οποία στη συνέχεια εγκατέστησε τα γλυπτά στο Βρετανικό Μουσείο του Λονδίνου, όπου βρίσκονται και σήμερα.